ἰθαίνω

ἰθαίνω,
A = εὐφρονῶ, Hsch.: etym. of ἰθαγενής, A.D.Adv.187.25;

ἴθαινε θυμόν Anon.

ap. An.Ox.1.61 (cf.

ἰθαινάθυμος Theognost.Can. 81

). (Cogn. with ἰθαρός.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιθαίνω — ἰθαίνω (Α) διάκειμαι ευνοϊκά, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται με τον αρχ. ινδ. ενεστ. i n ddhe «φλέγεται». Και οι δύο τ. εμφανίζουν το ίδιο έρρινο επίθημα η και ανάγονται στη μηδενισμένη βαθμίδα *idh τής ΙΕ ρίζας *aidh… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.